Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

Μιας λατέρνας μνήμη


     Εκεί που κάθεσαι αμέριμνος και πίνεις το ουζάκι σου, να σου ο λατερνατζής με την κυρία του! Φυσικό κι επόμενο είναι να νομίζεις ότι ζεις ένα όνειρο κι αναρωτιέσαι με ποιο πάρθιο βέλος παίζει μαζί σου ο Μορφέας. Γιατί; Από πού να το πιάσεις! Αμέριμνος; Ουζάκι; Λατέρνα; Μα πού νομίζεις τέλος πάντων, αλλοπαρμένε αιθεροβάμων μου πως ζεις; Στην Ελλάδα…
     Κι όμως, είναι πραγματικότητα… ευτυχώς! Και πώς να το περιγράψεις; Νιώθεις ένας ακόμη Ο’ Νηλ που μιλάει λάβρος από πάθος για κάποιο μακρύ ταξίδι της ημέρας μέσα στη νύχτα. Μνήμες από κάποιο κοντινό παρελθόν, τόσο κοντινό που νομίζεις ότι είναι η στιγμή που έζησες και χάθηκε στην προηγούμενη παράγραφο του κεφαλαίου που γράφεις σήμερα. Σαν κάποιον άλλο πίθο των Δαναΐδων που διαρκώς, επαναλαμβάνεται. Έτσι αντιλαμβάνεσαι την ιστορία, ίσως γιατί έτσι σου την έμαθε ένας δασκαλάκος με γυαλιά στραβοβαλμένα, που θαρρείς κι ακόμη προσπαθεί να στερεώσει πάνω του.
     Είναι η μουσική που παίζει καθώς το χέρι εκείνου του αιώνιου μυστακοφόρου, με τη στραβά δεμένη γραβάτα, γυρίζει… και γυρίζει, σαν μια μηχανή του χρόνου, που αντί για μάχες έχει να σου προσφέρει ένα πιατάκι γλυκό του κουταλιού και παγωτό τις Κυριακές. Κι εσύ κοιτάς τα χρώματα και τα λουλούδια που κοσμούν την υπερκόσμια τούτη μηχανή κι απορείς τι να προσφέρεις στο απλωμένο εμπρός σου, ντέφι.
     Καθώς σκέφτεσαι ποιο νόμισμα, τάχα, κρύβει εκείνη τη λάμψη απ’ τα μάτια του λατερνατζή, ασυναίσθητα ρίχνεις εκείνο με το λιγότερο θόρυβο, μεθυσμένο λες και σ’ έκανε της λατέρνας ο αχός. Κι ήταν η σιωπή αυτή, απάντηση απ’ το ντέφι, βουβή απάντηση μα, με κίνηση γιομάτη. Ήταν αυτή που έκανε τον κύριο με το γαρύφαλλο στο πέτο, να απομακρύνει ελαφρά, το σκονισμένο πια καπέλο του, απ’ τα ψαρά μαλλιά του. Μα στα αφτιά σου αντήχησαν μουσικές και στίχοι από άλλη εποχή…
     Είναι ένα τραγούδι που άκουγες μικρός, μα λες κι ο δίσκος του πληγώθηκε βαθιά και στο μηχάνημα δεν παίζει πια εκείνη τη μουσική, γι’ αυτό έχεις χρόνους τώρα στο ρυθμό της να χτυπήσεις τα πόδια σου στις πλάκες απ’ τα καλντερίμια που συχνάζεις. Ήταν μουσική ανείπωτη. Κανένα ρεύμα δεν παίζει τέτοια μουσική σήμερα. Μα λες και ο κύριος αυτός με το ψαλιδισμένο του μουστάκι διάβασε τις ενδόμυχες, γι’ αυτό και πιο δυνατές σου σκέψεις, την άκουσες ξανά. Τη μουσική αυτή τη λέγανε φιλότιμο!

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Μια ξεχασμένη δύση

Ήταν η αρχή του τίποτα
και χαραυγή του κάτι.
Μες στου χαμού τ' ανείπωτα
αόρατο παλάτι.

Μαρμαρυγή σε κάποιο δείλι
υπόσχεση του χθες
που έδεσε κόμπο το φιτίλι
που ήταν άσπρο απ' τις φωτιές.

Αστερισμοί μες στο βυθό
που πνίξαν τις κραυγές 
πριν βγει στον ουρανό
το στερνό τους λυκαυγές.

Κι έδυσαν σ' αυτό το δείλι
μούχρωμα βαθύ
σαν το ποίημα του Μαβίλη
που δε βλέπει ανατολή.